ἐπιχρώννυμι

ἐπι-χρώννῡμι and [suff] ἐπι-ύω, [tense] fut. -χρώσω: [tense] pf.
A

-κέχρωκα Plu.

(v.infr.) : —rub or smear over, colour on the surface, tinge, τι Ruf.Anat.30, Plu. 2.395e, cf. Plot.4.5.7 ; τινι with a thing, Luc.Dom.8 ;

οὐκ ἄχρι τοῦ ἐπικεχρῶσθαι μόνον, ἀλλ' ἐς βάθος.. φαρμάκοις.. καταβαφεῖσα Id.Im. 16

: metaph.,

ψυχὴ ἐπακτὸν νοῦν ἔχει -χρωννύντα αὐτήν Plot.5.6.4

:— [voice] Pass., δόξαις ἐπικεχρωσμένοι merely tinged with.., Pl.Ep.340d.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • επιχρώννυμι — ἐπιχρώννυμι και ἐπιχρωνύω (Α) καλύπτω την επιφάνεια με χρώμα («οὐκ ἄχρι τοῡ ἐπικεχρῶσθαι μόνον, ἀλλ’ ἐς βάθος... φαρμάκοις... καταβαφεῑσα») 2. παθ. ἐπιχρώννυμαι έχω την επιφάνεια μόνο βαμμένη, παρέχω επιπόλαια μόνο την εντύπωση ότι («οἱ δὲ ὄντως… …   Dictionary of Greek

  • ἐπικεχρωσμέναι — ἐπιχρώννυμι rub perf part mp fem nom/voc pl ἐπικεχρωσμένᾱͅ , ἐπιχρώννυμι rub perf part mp fem dat sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπικεχρωσμένον — ἐπιχρώννυμι rub perf part mp masc acc sg ἐπιχρώννυμι rub perf part mp neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπικεχρωσμένων — ἐπιχρώννυμι rub perf part mp fem gen pl ἐπιχρώννυμι rub perf part mp masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπιχρωννύμεναι — ἐπιχρώννυμι rub pres part mp fem nom/voc pl ἐπιχρώννυμι rub pres inf act (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπιχρωννύμενον — ἐπιχρώννυμι rub pres part mp masc acc sg ἐπιχρώννυμι rub pres part mp neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπιχρωννύντα — ἐπιχρώννυμι rub pres part act neut nom/voc/acc pl ἐπιχρώννυμι rub pres part act masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπιχρώζει — ἐπιχρώννυμι rub pres ind mp 2nd sg ἐπιχρώννυμι rub pres ind act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπιχρώζω — ἐπιχρώννυμι rub pres subj act 1st sg ἐπιχρώννυμι rub pres ind act 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπεκέχρωστο — ἐπιχρώννυμι rub plup ind mp 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπικεχρωσμένην — ἐπιχρώννυμι rub perf part mp fem acc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.